ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Αδειες εκμετάλλευσης περιπτέρων

Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, η χρήση τους περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, μέχρις ότου η αρμόδια αρχή αποφασίσει την παραχώρηση σε ἀλλον δικαιούχο

Αριθμός 1653/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα,

Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με

την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση

μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία “Ταμείο

Αρωγής Αναπήρων και θυμάτων Πολέμου (ΤΑΑΘΠ)”, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα

και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο

του Ν῍ Α.

Της αναιρεσιβλήτου: …… η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο

της Π. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που

κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2538/2003

του ίδιου Δικαστηρίου και 3161/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της

τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-9-2004 αίτησή του. Κατά

τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι

παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος

Ρήγας ανέγνωσε την από 26 Ιουνίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την

απόρριψη της ένδικης αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος

ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη

δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν

παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι

ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο,

ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ή αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη

βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή

ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 §§ 1 και 2 του νδ 1044/1971, οι κληρονόμοι των

αποθνησκόντων δικαιούχων περιπτέρων και οι ασκούντες την εκμετάλλευση αυτών,

υποχρεούνται εντός προθεσμίας ενός μηνός να αναγγέλλουν το θάνατο στις αρμόδιες

για την αποκατάσταση των αναπήρων και θυμάτων πολέμου αρχές, μετά δε την

παρέλευση τριών μηνών από το θάνατο του δικαιούχου περιπτέρου και μέχρι την

κατάργηση ή περαιτέρω διάθεση αυτού, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του

αποθανόντος το Ταμείο Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου. Εκ των διατάξεων αυτών

προκύπτει ότι η υποκατάσταση του ανωτέρω Ταμείου στα δικαιώματα του αποθανόντος

επέρχεται αυτοδικαίως διά του θανάτου αυτού, αλλά δεν επάγεται τις συνέπειές

της, όταν οι αρμόδιες αρχές, τελούσες εν γνώσει της υποκαταστάσεως, εκδηλώνουν

ρητώς ή σιωπηρώς τη βούλησή τους να μην ασκήσουν τα εξ αυτής δικαιώματά τους,

για όσο χρόνο διαρκεί η σχετική συμπεριφορά τους, τουθόπερ συμβαίνει και όταν

επιτρέπουν στον εκμεταλλευόμενο το περίπτερο να συνεχίσει την εκμετάλλευσή του

μέχρις ότου ειδοποιηθεί απ’ αυτές.

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εδέχθη τα ακόλουθα: “Στο Αμαρούσιο

Αττικής και επί του πεζοδρομίου της οδού ……, έναντι της πύλης του

νοσοκομείου “……”, βρίσκεται ένα αναπηρικό περίπτερο, του οποίου η άδεια

λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως, δυνάμει της 30781/30325/6-9-1985 αποφάσεως της

Νομαρχίας Αττικής – Διαμέρισμα Ανατολικής Αττικής, είχε μεταβιβαστεί στο θύμα

πολέμου …., λόγω θανάτου της δικαιούχου μητέρας του, ……., στην οποία η

άδεια λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως, είχε παραχωρηθεί με την 27373/17-10-1979

απόφαση της ίδια Νομαρχίας. Ο ….. απεβίωσε στις 3-4-1990. Η εναγομένη σύζυγος

και κληρονόμος του, ηλικίας τότε 44 ετών, με τέσσερα τέκνα, από τα οποία οι

μεν δύο θυγατέρες της ….., ηλικίας τότε 25 ετών και 20 ετών αντίστοιχα, ήσαν

έγγαμες, οι δε δύο γιοί της, ……. ηλικίας τότε 16 ετών και 13 ετών

αντίστοιχα, ήσαν μαθητές, συνέχισε την εκμετάλλευση του περιπτέρου. Κατά το

άρθρο 27 παρ. 1 του Ν.Δ. 1044/1971 “οι κληρονόμοι των αποθνησκόντων δικαιούχων

περίπτέρων, και οι εξ οιασδήποτε σχέσεως ασκούντες την εκμετάλλευσιν αυτών,

υποχρεούνται όπως εντός προθεσμίας ενός μηνός αναγγέλουν τον θάνατον εις τους

δια την αποκατάστασιν των αναπήρων και θυμάτων πολέμου αρχές”. Η αναγγελία αυτή

μπορεί να είναι είτε έγγραφη είτε προφορική, αφού η ανωτέρω διάταξη δεν

διακρίνει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εξετασθείς μάρτυρας της εναγομένης

(γαμβρός από θυγατέρα της) κατέθεσε ότι μετέβη με αυτή στη Νομαρχία Ανατολικής

Αττικής, στην Αγία Παρασκευή και κατέθεσαν τη ληξιαρχική πράξη θανάτου, μέσα σε

ένα μήνα από την 3-4-1990, ο δε διευθυντής της Νομαρχίας είπε στην ενάγουσα να

παραμείνει στο περίπτερο και ότι θα της σταλεί ειδοποίηση. Επίσης, η εναγομένη

επικαλείται και προσκομίζει το Γ 3178/163/25-4-1990 έγγραφο του Γενικού

Λογιστηρίου του Κράτους, που απευθύνθηκε στη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής και

κοινοποιήθηκε Ι) σε αυτή (εναγομένη), 2) στο ΕΓΣΑΘΠ και 3) στο ΤΑΑΘΠ (ενάγον).

Με αυτό το έγγραφο περιήλθε σε γνώση τόσον της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής

όσον και στο ενάγον, εντός της ανωτέρω προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός μηνός

από τον θάνατο του ….., ο θάνατος του τελευταίου (συζύγου της εναγομένης), ο

οποίος ήταν δικαιούχος του περιπτέρου. Όμως, καθόλο το μακρότατο (επίδικο)

χρονικό διάστημα, ουδέν έπραξαν τα αρμόδια όργανα των υπηρεσιών της Νομαρχίας,

αλλά και του ενάγοντος, το οποίο εφαρμόζει τις αποφάσεις της Νομαρχίας, ως

αρμοδίας αρχής, σχετικώς με την τύχη του περιπτέρου, σε περίπτωση αποβιώσεως

του δικαιούχου εκμεταλλεύσεως αυτού και οφείλει ευθύς ως λάβει γνώση του

γεγονότος τούτου και διαπιστώσει ποίος εκμεταλλεύεται το περίπτερο, να αναφέρει

αυτά στη Νομαρχία. Μόλις, .την 27-8-1997, αρμόδιος υπάλληλος του ενάγοντος

διενήργησε αυτοψία στο περίπτερο, παρόλον ότι το ενάγον είχε λάβει γνώση του

θανάτου του δικαιούχου από μακρού χρόνου, με το Γ 3178/163/25-4-1990 έγγραφο

του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Με την υπό κρίση αγωγή του, το ενάγον,

συμπληρώνοντας την προηγούμενη αγωγή του, η οποία, μετ’ εξαφάνιση της 5336/2000

οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη 6770/2001

απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απερρίφθη, ως αόριστη, ισχυρίζεται ότι δεν

γνωρίζει, αλλά πιθανολογεί ότι για να μη προχωρηθεί από την αρμόδια προς τούτο

Νομαρχία, η εκμετάλλευση του περιπτέρου στην εναγομένη ή σε κάποιο από τα

τέσσερα τέκνα της, δεν είχαν τις εκ του νόμου προϋποθέσεις. Περαιτέρω,

ισχυρίζεται ότι η εναγομένη απέκρυψε το γεγονός του θανάτου του δικαιούχου

συζύγου της και χωρίς να περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 16 του ΝΔ

1044/1971 δικαιούχα προς συνέχιση της εκμεταλλεύσεως του περιπτέρου, πρόσωπα,

συνέχισε να εκμεταλλεύεται το περίπτερο παράνομα και αυθαίρετα. Αν και

επικαλείται ότι η παράλειψη αυτή της εναγομένης είναι αξιόποινη, κατ’ άρθρο 13

παρ. 4 του Ν. 1043/1980, εν τούτοις αυτή δεν καταμηνύθηκε, ούτε από αυτό

(ενάγον) ούτε από την Νομαρχία. Με βάση τα παραπάνω ουδόλως απεδείχθη ότι η

εναγομένη απέκρυψε τον θάνατο του συζύγου της. Απλώς συνέχισε να εκμεταλλεύεται

η ίδια το περίπτερο, αφού, ως χήρα θύματος πολέμου, περιλαμβάνεται στα

δικαιούχα πρόσωπα (άρθρο 16 Ν.Δ. 1044/1971) και έχει δικαίωμα ειδικής φροντίδας

από το Κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος. Για το λόγο

αυτό, ευλόγως της είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι διαδέχεται τον αποβιώσαντα

σύζυγό της στο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του περιπτέρου, αναμένοντας να

ειδοποιηθεί από τη Νομαρχία, όπως ο διευθυντής αυτής της είχε προφορικά

ανακοινώσει κατά την επίσκεψή της στη Νομαρχία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

Πράγματι, με καθυστέρηση όμως, ο Νομάρχης Αθηνών κοινοποίησε στην εναγομένη την

31748/30-1-1998 απόφασή του, με την οποία παραχώρησε στον ανάπηρο πολέμου

……, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του περιπτέρου, επειδή μεταξύ των αναπήρων

και θυμάτων πολέμου, που υπέβαλαν αιτήσεις, κρίθηκε ότι αυτός, που δεν έχει

αποκατασταθεί, έχει το μεγαλύτερο ποσοστό αναπηρίας και υπερέχει όλων των

άλλων. Μέχρι να ειδοποιηθεί από τη Νομαρχία, η εναγομένη δεν ενεργούσε παράνομα

και αυθαίρετα, αφού δεν της είχε απαγορευθεί η εκμετάλλευση του περιπτέρου.

Αντιθέτως, της είχε επιτραπεί μέχρις ότου της σταλεί ειδοποίηση. Επομένως, δεν

συντρέχουν στο πρόσωπο της εναγομένης οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής

ευθύνης και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε το αντίθετο και ακολούθως

δέχτηκε μερικώς την αγωγή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, κατά τα προαναφερόμενα,

εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του

πρώτου λόγου της εφέσεως, να γίνει αυτή δεκτή κατ’ ουσίαν, εξαφανιστεί η

εκκαλουμένη απόφαση, κρατηθεί η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση (άρθρο 535 παρ.

Ι ΚΠολΔ) και απορριφθεί η αγωγή, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κατά την κυρία αυτής

βάση (εξ αδικοπραξίας), ως προς την οποία κρίθηκε νόμιμη, ενώ για την

απορριφθείσα επικουρική βάση της (εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού), το ενάγον δεν

άσκησε επικουρική έφεση ή αντέφεση”. Κρίναν τοιουτοτρόπως το Εφετείο, α) ορθώς

εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 17 § 2 του νδ 1044/1971, αλλά και

τα άρθρα 13 έως 22 αυτού, ως ισχύουν και β) περιέλαβε στην απόφασή του νόμιμη

βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή

ανεπαρκής, αφού η φράση της ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη “απλώς

συνέχισε να εκμεταλλεύεται η ίδια το περίπτερο, αφού, ως χήρα θύματος πολέμου,

περιλαμβάνεται στα δικαιούχα πρόσωπα” δεν αποβλέπει στη θεμελίωση της κρίσεώς

του, αλλά στην εξήγηση της οκταετούς αδρανείας των αρχών, ως προερχομένης εκ

της εντάξεως υπό του νόμου της εναγομένης στον αφηρημένο κύκλο των

αποκαταστατέων προσώπων. Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19

ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο

παρά το νόμο έδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης

ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί

ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με

την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν

αποτελούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή

αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των

αποδείξεων.

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι εδέχθη

ότι η εναγομένη εξεμεταλλεύθη “η ίδια το περίπτερο, αφού, ως χήρα θύματος

πολέμου, περιλαμβάνεται στα δικαιούχα πρόσωπα” χωρίς απόδειξη. Η φράση αυτή

όμως, έχουσα την προαναφερθείσα έννοια, δεν αποτελεί πράγμα και δη παραδοχή

αποκαταστάσεως της εναγομένης και επομένως ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 10

ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 9 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο

επεδίκασε μη αιτηθέν ή πλέον των αιτηθέντων ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση

νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής,

ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου,

αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής. Δεν εμπίπτει συνεπώς στην έννοια της

διατάξεως η μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, κατόπιν εφέσεως του

εναγομένου, μη εξέταση από το εφετείο της απορριφθείσης πρωτοδίκως επικουρικής

βάσεως της αγωγής, αφού η έρευνα αυτής από το εφετείο δεν είναι επιτρεπτή,

σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, χωρίς (επικουρική) έφεση του ενάγοντος.

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον αιτιάται το Εφετείο, ως αφήσαν αδίκαστη την

επικουρική βάση της αγωγής του εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μετά την

κατόπιν της εφέσεως της εναγομένης εξαφάνιση της εκκληθείσης αποφάσεως και την

απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής του. Η επικουρική βάση της αγωγής όμως

είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και το αναιρεσείον δεν είχε προσβάλει την εν λόγω

απόρριψη δι’ (επικουρικής) εφέσεως. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ.

9 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να

απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.9.2004 αίτηση του Ταμείου Αρωγής Αναπήρων και Θυμάτων

Πολέμου περί αναιρέσεως της υπ’ αρ. 3161/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων

εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23

Οκτωβρίου 2006..

 

Κάντε Κλικ για να σχολιάσετε

Αφήστε μια Απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβαστηκαν Πολυ

Vapour2SmokePro Cash & Carry
To Top